Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
θέλγω
- απόδοση: ελκύω / γοητεύω / προσελκύω το ενδιαφέρον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αν & συζευγμένος τον θέλγουν τα γυναικεία κάλλη
από νεαρής ηλικίας τον θέλγει το χαρτοπαίγνιο
είμαι βεβαία ό,τι τον θέλγει η αμαρτία
ευάλωτος υπό την έννοια ό,τι τον θέλγει η γλώσσα της κολακείας





