Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
θεμελιώνω
- απόδοση: εκτελώ τις αρχικές εργασίες έργου / συγκροτώ τις βάσεις ή την απαρχή καταστάσεως / αιτιολογώ με επιχειρήματα / ριζώνω / έχω κάτι ως βάση & στηρίζομαι σε αυτό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μετά εργασία δεκαετιών θεμελίωσε συνταξιοδοτικό δικαίωμα
μετά μακρά ενημέρωση θεμελίωσε άποψη για την όλη κατάσταση
ο πρώτος διδάξας ο οποίος θεμελίωσε τη θεωρία περί ψυχολογίας του όχλου
ως Υπουργός Παιδείας θεμελίωσε τις εγκαταστάσεις του σχολικού κτιρίου





