Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
θεώμαι
- απόδοση: βλέπω / παρατηρώ / γίνομαι αντιληπτός
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εθεάθη πρόσφατα σε κοσμικό ρεστωράν της Αθήνας μετά νεαράς συνοδού
θεάθηκε προ της εισόδου οίκου ανοχής της οδού Φυλής





