Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
θίγω
- απόδοση: προκαλώ ηθική μείωση με ενέργειες ή δια του λόγου / προκαλώ υλική βλάβη περιορίζοντας ή αφαιρώντας κεκτημένο δικαίωμα / αναφέρομαι σε κάτι χωρίς διεξοδική εξέταση / αγγίζω / επεμβαίνω για να αποκαταστήσω ή για να το βελτιώσω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εθίγη βαθέως & το έδειξε
έθιξε την τιμή > την υπόληψη > την αξιοπιστία > το κύρος > το φιλότιμο
είναι πολύ εύθικτος θίγεται με το παραμικρό
θίγετε ένα μείζον πρόβλημα > θέμα
θίγετε τα κακώς κείμενα
με έθιξε γιατί αμφισβήτησε ικανότητές μου





