Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ιδιωτεύω
- απόδοση: παύω να ασκώ δημόσιο λειτούργημα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η παταγώδης αποτυχία της εκλογικής αναμέτρησης τον οδήγησε μακράν της πολιτικής σκηνής & ιδιωτεύει





