Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ικανοποιώ
- απόδοση: προσφέρω ευχαρίστηση & ευαρέσκεια σε κάποιον πραγματοποιώντας αυτό που επιθυμούσε ή επιδίωκε
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
είμαι πρόθυμος & διαθέσιμος να ικανοποιήσω κάθε απαίτησή σας
η κατοικία που προσφάτως επέλεξα να διαμένω ικανοποιεί επαρκώς τις τρέχουσες ανάγκες
με την υπομονή & την ευγένεια κατάφερε & ικανοποίησε ένα δύσκολο πελάτη





