Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ιππεύω
- απόδοση: καβαλικεύω ίππο όνο ή ημίονο / καβαλικεύω δοκό ή μανδρότοιχο / μεταφορικώς καβαλικεύω γυναίκα ή το κοινό
- αντίθετο: αφιππεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με όχημα την προπαγάνδα ίππευσε επί της κοινής γνώμης
μετά μακρά πολιορκία ίππευσε επί του σαρκίου της συνουσιαζόμενος μετά πάθους





