Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καθιερώνω
- απόδοση: αποδέχομαι ή επιβάλλω κάτι ως επαναλαμβανόμενο γεγονός που έχει ήδη επικρατήσει σιωπηρώς καθιστώ δε αυτό επίσημο θεσμό ή δίνω νομική υπόσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η πολιτεία τελευταίως καθιέρωσε τη γονική άδεια
ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν καθιέρωσε ως εθνικό ποιητή τον Δ. Σολωμό
υπήρξε σπουδαία ενδυματολόγος που καθιέρωσε νέο στυλ
ως γλύπτης καθιέρωσε δική του σχολή





