Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καθίσταμαι
- απόδοση: πράττω αυτό που απαιτείται ώστε να αποκτήσει ιδιότητα ή να βρεθεί σε συγκεκριμένη κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εις άπαντες κατέστη πλέον φανερό
η συντήρηση πεπαλαιωμένων αυτοκινήτων καθίσταται ασύμφορη πλέον
καθίσταται αναγκαίο > αναπόφευκτο > επιβεβλημένο
κατέστησε σαφές ότι θα σκληρύνει τη στάση του
μετά πάροδον μηνός από του γάμου την κατέστησε έγκυον
νομίζω ό,τι κατέστη σαφές το τι επιθυμώ
οι ενδείξεις τον καθιστούν ύποπτο φόνου
τον κατέστησε μοναδικό κληρονόμο δια διαθήκης σε συμβολαιογράφο
κατέστη…
λ αδύνατη η επικοινωνία > η μετ΄ αυτού συνεννόηση
λ αναγκαίο να αντιδράσουμε με όλα τα μέσα
λ πειθήνιο όργανο δια της πειθούς
λ σαφές ;
λ υπεύθυνος για την τήρηση της τάξεως
λ χωλός εξ αιτίας ατυχήματος





