Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καθορίζω
- απόδοση: επηρεάζω καθοριστικά την εξέλιξη καταστάσεως / προσδιορίζω με ακρίβεια τη φύση φαινομένου κατάστασης ή ορίων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιλογές αυτού του είδους καθορίζουν το μέλλον
η εμπειρία αυτή καθόρισε τη ζωή του
ιδιαίτερα συναισθήματα που καθορίζουν την συμπεριφορά
καθόρισε τις εξελίξεις δια των πράξεών του





