Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καλλιεργώ
- απόδοση: ασχολούμαι συστηματικά εκδηλώνοντας ενδιαφέρον / αναπτύσσω ιδιότητες & ικανότητες με την κατάλληλη αγωγή / δημιουργώ συνθήκες ώστε να αναπτυχθεί κάτι κατά το δυνατόν περισσότερο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παρ΄ ότι απόφοιτος νυκτερινού σχολείου καλλιέργησε εαυτόν στο έπακρον





