Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καλλωπίζω
- απόδοση: βελτιώνω την εμφάνιση / κάνω κάτι αισθητικά προσελκυστικό / ομορφαίνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
καλλωπίζεται επί ώρα προκειμένου να εξέλθει της οικίας





