Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κάμπτω
- απόδοση: καταβάλλω ηθικά ή ψυχικά κάποιον ώστε να λυγίσει το κουράγιο του να υποχωρήσει να ενδώσει ή να υποκύψει / κάνω κάτι επίπεδο ή ευθύ να κυρτώσει
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δεν κάμπτεται από τις δυσκολίες της ζωής
εν τέλει κάμφθηκε η αντίσταση των διαδηλωτών
κάμφθηκε η υπομονή του & παραφέρθηκε
νομίζω πως το ηθικό του κινδυνεύει να καμφθεί





