Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καλώ
- απόδοση: προσκαλώ / δίνω πρόσκληση / απαιτώ / επικαλούμαι / ονομάζω / υποχρεώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εάν δεν αισθάνεσαι καλά να καλέσω γιατρό αμέσως
κάλεσε βοήθεια γρήγορα
καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν αίτηση
καλούσε σε βοήθεια επί μακρόν
οι κωδωνοκρουσίες καλούν τους πιστούς στην εκκλησία
καλείται…
λ να αναλάβει τις υποχρεώσεις του
λ να λάβει θέση στην όλη κατάσταση
λ να πληρώσει τα αμαρτήματα τρίτων
κλήθηκε…
λ από την δικαιοσύνη ως μάρτυρας
λ σε απολογία
λ υπό τα όπλα





