Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καραδοκώ
- απόδοση: αναμένω με τεταμένη προσοχή την κατάλληλη στιγμή για να δράσω
- συγγενές: καιροφυλακτώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
καραδοκεί επιμόνως τη στιγμή αδυναμίας για να με πικράνει
τύπος ανθρώπου που καραδοκεί ως κυνηγός του γρήγορου κέρδους





