Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταβάλλω
- απόδοση: εξουδετερώνω / εξαντλώ τις δυνάμεις / πληρώνω οφειλή ή συμφωνημένο ποσό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η δυστυχία τον κατέβαλε & φαίνεται ως γέρος
κατέβαλε μικρή έως ελάχιστη προσπάθεια
κατέβαλε πολλούς κόπους για να εδραιώσει την επιχείρηση
την ερχόμενη εβδομάδα θα καταβάλλει τα δεδουλευμένα





