Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταδικάζω
- απόδοση: κηρύσσω ένοχο & επιβάλλω ποινή / επιβάλλω κάτι δυσάρεστο ή δημιουργώ τις προϋποθέσεις που θα τον οδηγήσουν σε κάτι δυσάρεστο
- αντίθετο: αθωώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια της χαρτοπαιξίας καταδίκασε τους οικείους στη φτώχεια
καταδικάσθηκε εις θάνατον δια απαγχονισμού > δια τυφεκισμού
καταδικάσθηκε σε πολυετή καταναγκαστικά έργα > σε εικοσαετή κάθειρξη





