Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταδιώκω
- απόδοση: ακολουθώ κάποιον έχοντας συγκεκριμένο σκοπό / επιδιώκω να βλάψω κάποιον / προκειμένου για κάτι το δυσάρεστο που με απασχολεί συνεχώς
- συγγενές: κυνηγώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
καταδιώκεται από πλήθος δανειστών
καταδίωξε τους κλέπτες τρέχοντας ξοπίσω τους & εξαπολύοντας κραυγές
οι στρατιωτικές δυνάμεις καταδίωξαν τον εχθρό & τον ανάγκασαν σε φυγή
προσπαθεί να απαλλαγεί από τις τύψεις που τον καταδιώκουν
τον καταδιώκει…
λ η ατυχία στη ζωή
λ η έλλειψη εμπιστοσύνης προς την συμβία του
λ η ιδέα της πτώχευσης
λ ο χρόνος





