Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταδυναστεύω
- απόδοση: ασκώ εξουσία ως τύραννος / επιβάλλω θέληση / συμπεριφέρομαι από ενδιαφέρον υπερπροστατευτικά / που δεσμεύει & ταλαιπωρεί
- συγγενές: καταπιέζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η μόδα καταδυναστεύει το γυναικείο φύλλο κι όμως αρέσει !
οι Μεγάλες Δυνάμεις ασκούν έμμεση εξουσία πλην όμως καταδυναστεύουν
υπήρξε αυταρχικός οικογενειάρχης που καταδυνάστευσε την σύζυγο





