Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατακλύζω
- απόδοση: καλύπτω εκτεταμένη έκταση με ποσότητα νερού / η πολυπληθής παρουσία ατόμων σε υπερχειλίζοντα χώρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η Αθήνα κατακλύσθηκε από τους πάσης φύσεως "ετρανζέρ"





