Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατακρεουργώ
- απόδοση: σφάζω υποδιαιρώντας το σώμα σε κομμάτια / κάνω περικοπές σε κάποιο έργο / κακή εκτέλεση ή παρουσίαση έργου
- συγγενές: κατασφάζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατέλαβαν το στρατόπεδο & κατακρεούργησαν τον εχθρό
ο αναλαμβάνων το μεταφραστικό έργο κατακρεούργησε το πρωτότυπο
ο διευθυντής του περιοδικού ασκών λογοκρισία κατακρεούργησε το άρθρο





