Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταλήγω
- απόδοση: τερματίζω κάπου / ολοκληρώνω διαδικασία / φθάνω σε αποτέλεσμα ύστερα από γεγονότα ή ενέργειες / αντί πεθαίνω απαλύνοντας την έννοια του θανάτου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η μεταξύ τους ένταση κατέληξε σε απρέπειες & χειροδικίες
η πολυσυζητημένη υπόθεση κατέληξε σε φιάσκο
κατέληξαν…
λ στα δικαστήρια
λ στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης
κατέληξε…
λ έγκλειστος σε ψυχιατρική κλινική
λ να πεθάνει στην ψάθα πάμπτωχος
λ πένης > πτωχός
λ σε απογοήτευση & σε ψυχική κατάρρευση
λ σε αποκτήνωση
λ στο 1ο Νεκροταφείο αποικοδομούμενη εις τόπον χλοερόν
λ στο εξής συμπέρασμα…
λ στο φρενοκομείο
λ στον προθάλαμο της τρέλας





