Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταπλήσσω
- απόδοση: προξενώ κατάπληξη με κάτι ευχάριστα ή δυσάρεστα απρόβλεπτο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια της απαγγελίας των ποιημάτων του κατέπληξε τους πάντες
εκείνο που κατέπληξε είναι ο ασήμαντος ρόλος που του ανάθεσαν





