Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταφέρνω
- απόδοση: να πραγματοποιήσω να αντιμετωπίσω ή να ολοκληρώσω κάτι / να πείσω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατάφερε…
λ & αντιμετώπισε τις καταστάσεις με παροιμιώδη στωικότητα
λ & διέφυγε από την ενέδρα της αστυνομίας
λ & έκλεψε την παράσταση δια της παρουσίας του
λ & έπεισε τους πάντες για την αναγκαιότητα των μέτρων
λ & επιβίωσε
λ & του έκανε τη ζωή δύσκολη
λ & του έκανε το βίο αβίωτο
λ να αποκτήσει προσβάσεις στο χώρο
λ να επισύρει την προσοχή μας
λ να κλέψει τις εντυπώσεις
λ να πείσει τους ακροατές του > τους πάντες
λ να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων
λ να φανεί πειστικός > φορτικός





