Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταφεύγω
- απόδοση: ζητώ καταφύγιο ή βοήθεια / χρησιμοποιώ κάποιο μέσο ως εναπομείνασα λύση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να καταφεύγει σε μικρότητες > σε ακρότητες
πολλάκις καταφεύγει στο κάπνισμα κατά τη διάρκεια της ημέρας
κατέφυγε…
λ σε δικηγορικό γραφείο
λ σε ένδικα μέσα
λ σε ερημική αγροικία για να προφυλαχθεί από τις καιρικές συνθήκες
λ σε ημίμετρα
λ σε λύση ευκαιριακή > ανάγκης > εμβαλωματική
λ στη δικαιοσύνη
λ στη λύση της πτωχεύσεως
λ στην Ελβετία με τα 'καταχρασθέντα' & ουδείς αναζήτησε αυτόν
λ στην έσχατη λύση της αποχής συσσιτίου
λ στο οικείο αστυνομικό τμήμα αιτούμενος προστασία
λ στο ψέμα





