Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταφθάνω
- απόδοση: έρχομαι απροειδοποίητα ως δυσάρεστη άφιξη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ειδοποιήθηκα ό,τι καταφθάνει από στιγμή σε στιγμή
επιτέλους κατέφθασε !
κατέφθασαν με πρώτο & καλύτερο τον Δήμαρχο
κουράγιο κύριοι κι εντός της ημέρας καταφθάνουν ενισχύσεις
οι πιστοί κατέφθασαν από όλα τα πλάτη & μήκη της Γης





