Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατέρχομαι
- απόδοση: κατεβαίνω από ψηλά
- αντίθετο: ανέρχομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
θα κατέλθει στις επικείμενες εκλογές προκειμένου να εκτεθεί ως υποψήφιος στην Α΄ εκλογική περιφέρεια Αθηνών
κατά την προεκλογική περίοδο κατήλθε στο στίβο της πολιτικής
κατέρχεται του επιπέδου του προς χάριν της κυρίας





