Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατέχω
- απόδοση: έχω στην κυριότητα & κατοχή μου / έχω κάποιο αξίωμα ή ιδιότητα / έχω πλήρη γνώση / προκειμένου για το συναίσθημα που κυριεύει εντός μου / καταλαμβάνω έκταση στο χώρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατέχει…
λ εξέχουσα θέση στο Ίδρυμα
λ επαρκώς την τέχνη της αρχιτεκτονικής που ασκεί αριστοτεχνικώς
λ νευραλγικό πόστο
λ ρεκόρ συντηρήσεως των υπαρχόντων του
λ τα σκήπτρα
λ τη θέση κληρονομικώ δικαιώματι





