Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατηγορώ
- απόδοση: αποδίδω ευθύνη για ενέργεια παράλειψη ή αξιόποινη πράξη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατηγορήθηκε κατά το παρελθόν για επιδειξιμανία > μοιχεία > νεκροφιλία
τον κατηγορούν ότι πρόδωσε τα ιδανικά του
κατηγορήθηκε…
λ για προκλητικό νεποτισμό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του
λ για τεντιμποϊσμό κατά τα νεανικά του χρόνια
λ ευθέως για μύρια όσα ακατονόμαστα & ανομολόγητα διέπραξε
λ ως διαπράξας το αδίκημα της τοκογλυφίας
λ ως ωφελήσας οικείο πρόσωπο προσφέρων αμοιβή υπέρογκη





