Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καυτηριάζω
- απόδοση: καίω για θεραπευτικούς σκοπούς ιστούς σώματος / ελέγχω αυστηρότατα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιδιώκει να καυτηριάζει δηκτικά την πραγματικότητα
στα κείμενά του καυτηριάζει εντόνως την κοινωνική αδιαφορία





