Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κηρύττω
- απόδοση: ανακοινώνω επίσημα έναρξη γεγονότος / γνωστοποιώ τη λήψη απόφασης / κάνω κήρυγμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εξακολουθεί & κηρύττει το Ευαγγέλιο σε Αφρικανικές Χώρες
η ΓΣΕΕ κήρυξε 24ωρη απεργία
η κυβέρνηση κήρυξε πολιτική επιστράτευση
κηρύχθηκε λιποτάκτης





