Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κινώ
- απόδοση: κάνω κάτι να βρεθεί από αδράνεια σε κίνηση ή λειτουργία / παρακινώ προτρέπω ή προκαλώ συναίσθημα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ασκείται στη σκοποβολή επί κινούμενου στόχου με άριστα αποτελέσματα
δεν κινείται τίποτα στην αγορά
επόμενο ήταν το συμβάν να του κινήσει την περιέργεια
κινείται σε κοσμικούς κύκλους
κίνησε δικαστικό αγώνα εναντίον του
λόγω απεργίας δεν κινείται το μετρό
λόγω παλαιότητας δεν κινεί το αυτοκίνητο πλέον
παρακολουθεί μετά πάθους κινούμενα σχέδια
πολιτικά κινείται στο χώρο της μετριοπαθούς αριστεράς
κινεί…
λ τα νήματα εκ του παρασκηνίου
λ τη ζωή > το ενδιαφέρον > την προσοχή όλων
λ την περιέργεια των γύρω του με τις ενέργειές του
λ το έντερο & διευκολύνει την αφόδευση
κινείται…
λ από ιδιοτέλεια > από ανιδιοτέλεια
λ αποφασιστικά
λ αρνητικά σκεπτόμενος
λ εμφορούμενος από δουλοπρέπεια
λ καταχθόνια
λ κατόπιν δοθεισών εντολών άνωθεν
λ με βραδύτητα επί των εξελίξεων
λ με περιφρόνηση στις οποιεσδήποτε συνέπειες
λ με ταχύτητα επιταχυνόμενη > επιβραδυνόμενη
λ μηχανικά από υπερένταση
λ νόμιμα > παράνομα
λ προς ίδιον όφελος πάντοτε
λ στα πλαίσια της νομιμότητας > της λογικής
λ στη ζωή με θορυβώδη τρόπο > σιωπηλά
λ στο αντίθετο ρεύμα
λ στον κόσμο της φαντασίας
λ υποχθόνια
λ υστερόβουλα > ανυστερόβουλα





