Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κοινολογώ
- απόδοση: γνωστοποιώ σε ευρύ κοινό κάτι για το οποίο το επιθυμητό ήταν να παραμείνει κρυφό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κοινολόγησε δημόσια τις προθέσεις του
του εμπιστεύτηκε το μυστικό & αυτός βλακωδώς το κοινολόγησε





