Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κοπάζω
- απόδοση: εξασθενώ κυρίως επί φυσικών φαινομένων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η έξαλλη κατάσταση κόπασε & υποχωρεί ο θυμός του
οι συγκρούσεις κόπασαν χωρίς ωστόσο να διαφαίνεται το ποιοί επικράτησαν





