Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κρίνω
- απόδοση: διαμορφώνω άποψη κατόπιν σκέψεως / εκφέρω τεκμηριωμένη άποψη / εκθέτω γνώμη / αποφαίνομαι ως ειδικός
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διαθέτει την εκπληκτική ικανότητα να κρίνει καταστάσεις & ανθρώπους
κρίθηκε απορριπτέο ως οικονομικά ασύμφορο
κρίθηκε ως επιτυχών > αποτυχών
κρίνει από την δεχθείσα εμπειρία των προηγούμενων ετών
νομίζω πως κρίνεται εκ του ασφαλούς > αφ΄ υψηλού





