Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κυριεύω
- απόδοση: κατακτώ / καταλαμβάνω θέση / καταλαμβάνομαι από συναίσθημα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αισθάνομαι να με κυριεύει υποβόσκουσα αδιαθεσία
αν & ακατανόητο κυριεύεται από αγάπη για τα άψυχα πράγματα
τα χιτλερικά στρατεύματα κυρίευσαν την Ευρώπη





