Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λαμβάνω
- απόδοση: δέχομαι / αποδέχομαι / παίρνω / παραλαμβάνω / γίνομαι παραλήπτης & εν τέλει συνδυαστικά με πλήθος ουσιαστικών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναμφισβήτητα τον φρόντισαν & έλαβε τροφή
√ σχόλιο: τράφηκε
είδε & απόειδε & έλαβε τα προσήκοντα μέτρα
έλαβε γνώση της καταστάσεως
√ σχόλιο: πληροφορήθηκε / ενημερώθηκε
έλαβε μέρος
√ σχόλιο: συμμετείχε
έλαβε την άγουσα
√ σχόλιο: ξεκίνησε για κάπου
έλαβε τον λόγο
√ σχόλιο: μίλησε με τη σειρά του
ελήφθη το μήνυμα
ευρισκόμενος προ διλήμματος έλαβε στάση παθητική
έχω λαμβάνειν
√ σχόλιο: μου οφείλεται ποσό
η κυβέρνηση έλαβε μέτρα προληπτικού ελέγχου της δημόσιας υγείας
η κυβέρνηση έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης
κατόπιν διαπραγματεύσεων έλαβε μεσιτεία
λάβετε θέσεις
√ σχόλιο: εν είδει παραγγέλματος
λαμβάνει υπ΄ όψιν το ίδιον όφελος
λαμβάνει χώρα
√ σχόλιο: συμβαίνει / διεξάγεται / τελείται
λαμβάνω την τιμή
√ σ, στερεότυπη έκφραση απευθυνόμενοι σε ανωτέρους ή σε δημόσια υπηρεσία
ο διοικητής έλαβε μέτρα υπέρ του έμψυχου υλικού
τελικά έλαβε δικαία αποζημίωση > αμοιβή
την τελευταία διετία λαμβάνει βοήθημα από το φιλόπτωχο ταμείο
το πρόβλημα έλαβε διαστάσεις
√ σχόλιο: επεκτάθηκε
έλαβε…
λ αιχμηρή απάντηση > τολμηρή
λ γνώση της καταστάσεως
λ δρακόντεια μέτρα ασφαλείας
λ ιστορική απόφαση για τη ζωή του
λ μέτρα κατά τρόπο κεραυνοβόλο
λ ό,τι του αναλογεί
λ ό,τι του αξίζει
λ περιορισμένη εντολή
λ τα μέτρα του
λ την απάντηση που του άξιζε δημόσια
λ την εσχάτη των ποινών
λ την λαϊκή εντολή για τον σχηματισμό κυβέρνησης
λ το μήνυμα





