Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λάμπω
- απόδοση: εκπέμπω ζωηρό φως / ακτινοβολώ / αστράφτω / διακρίνομαι / ξεχωρίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
για δες λάμπει από ευχαρίστηση το πρόσωπό του
δια της καταθέσεως του εν λόγω μάρτυρα αναμένεται να λάμψει η Δικαιοσύνη
κατά την εκδήλωση έλαμψε δια της παρουσίας του > δια της απουσίας του
το σπίτι λάμπει κι αστράφτει





