Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λικνίζω
- απόδοση: ταλαντεύω απαλά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
λίκνιζε ανερυθρίαστα το κορμί της εν μέσω οδώ & έδειχνε να απολαμβάνει τα εκστατικά ανδρικά όμματα
ελαφρό κύμα λίκνιζε το οριζοντιοποιημένο κορμί της στον αφρό της θάλασσας





