Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λύ[ν]ω
- απόδοση: χαλαρώνω / ατονώ απαλλάσσω από δέσιμο / αποσυναρμολογώ / τερματίζω κατάσταση / καταργώ / ακυρώνω / εντοπίζω ζητούμενο / αίρω / διευθετώ / δίνω λύση / ερμηνεύω κάτι δυσνόητο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έλυσε τη σιωπή της
έλυσε την εργαλειομηχανή & αφού τη συντήρησε την συναρμολόγησε εξ υπαρχής
εν τέλει δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις & λύθηκε κάθε παρεξήγηση
επιτέλους λύθηκε το μυστήριο > το αίνιγμα > η απορία
η παρέμβαση του υπουργού υπήρξε καταλυτική με αποτέλεσμα να λυθεί η απεργία
λύεται η συνεδρίαση > η συμφωνία > ο γάμος
√ απόδοση: παίρνει τέλος
τους ζυγούς λύσατε
√ απόδοση: διαλυθείτε





