Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μαζικοποιώ
- απόδοση: προσδίδω μαζικό χαρακτήρα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι μαθητές ήταν διακριτοί όσο εγένετο χρήση μαθητικής στολής η κατάργηση της οποίας τους έκανε ένα με τη μάζα & τους μαζικοποίησε





