Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μαίνομαι
- απόδοση: βρίσκομαι σε έξαλλη κατάσταση / βρίσκεται σε έξαρση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μαίνεται από πρωίας η πυρκαγιά στην Ανατολική Αττική προκαλώντας ανυπολόγιστη υλική ζημία
οι πιστωτές εξεμάνησαν μαζί του
το κοινό εξεμάνην με τα απρεπή λεγόμενα του ομιλητή





