Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μονοπωλώ
- απόδοση: ασκώ με αποκλειστικότητα οικονομική δραστηριότητα που σχετίζεται με ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες / συμπεριφέρομαι ως ο μοναδικός που κατέχει κάτι που ενδιαφέρει κάποιον ή που γνωρίζει κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μονοπώλησε τη βραδιά με τη αφηγηματικότητά του
μονοπώλησε τη συζήτηση με τη φλυαρία της





