Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μεταρσιώνω
- απόδοση: επηρεάζω κάποιον ώστε να μεταφερθεί από τον αισθητό σε ανώτερο κόσμο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η προσευχή δύναται & μεταρσιώνει τον προσευχόμενο





