Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μονολογώ
- απόδοση: ομιλώ απευθυνόμενος αορίστως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα βάσανα κι ο δυσβάστακτος προβληματισμός που γεννούν τον οδήγησαν να μονολογεί & δη παρουσία τρίτων





