Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
νυκτερεύω
- απόδοση: περνάω τη βραδιά μου ξάγρυπνος απασχολούμενος με κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να νυκτερεύει απολαμβάνοντας τη συντροφιά των βιβλίων





