Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ξεκινώ
- απόδοση: κάνω την αρχή ενός πράγματος ή καταστάσεως / αρχίζω να κινούμαι προς ορισμένη κατεύθυνση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ξεκίνησε...
λ από μηδενική βάση & διέπρεψε
λ από το μηδέν > εκ του μηδενός
λ για το παρθενικό ταξείδι
√ σχόλιο: που συμβαίνει για πρώτη φορά
λ με βοήθεια του οικείου περιβάλλοντος
λ με κακούς οιωνούς
√ σχόλιο: με αρνητικές τις ενδείξεις
λ νέος κύκλος δράσης με καλές προοπτικές
λ ως εργάτης
√ σχόλιο: από πολύ χαμηλά
λ ως ο τελευταίος τροχός της αμάξης
√ σχόλιο: που μετέχων σε έργο η συμβολή του είναι ασήμαντη έως περιττή





