Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ξενίζω
- απόδοση: παραξενεύομαι / αισθάνομαι απορία ή δυσάρεστη έκπληξη για κάτι το απρόσμενο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ειλικρινά με ξένισαν τα λόγια που ειπώθηκαν
έπαυσε να με ξενίζει το ύφος του
ξένισε τους πάντες με τη συμπεριφορά του





