Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ξυλοκοπώ
- απόδοση: δέρνω κάποιον με χρήση ξύλινου αντικειμένου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ξυλοκόπησε αγρίως επίδοξο διαρρήκτη τον οποίο & παρέδωσε αιμόφυρτο στις αρχές





