Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οδηγώ
- απόδοση: προπορεύομαι ενός ατόμου ή συνόλου ατόμων / είμαι ο επικεφαλής / χειρίζομαι κατευθύνοντας όχημα / κατάσταση που γίνεται αιτία γεγονότος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το ποτό τον οδήγησε στον θάνατο προώρως
οδηγήθηκε...
λ βιαίως στο δικαστήριο
λ στην αποβλάκωση > στην αποχαύνωση > στον κρετινισμό
λ στην παραφροσύνη
λ στις φυλακές Κορυδαλλού





